Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Δασμολογητέα αξία. Ανάλυση του ιστορικού καν.(ΕΟΚ) 1224/80 Μάθημα (2) 16 Απριλίου 2014


Δασμολογητέα αξία. Ανάλυση του ιστορικού καν.(ΕΟΚ) 1224/80
Μάθημα (2) 16 Απριλίου 2014

Σχόλιο: Ότι ισχύει σήμερα για την δασμολογητέα αξία έχει την σημασία του. Οι πολλές αλλαγές που τις επέβαλαν οι συναλλακτικές συνήθειες έδωσαν μια σύγχυση κεντρικών εννοιών. Παραθέτουμε δύο κείμενα. Το ένα είναι η ανάλυση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 (Δ1472/485πολ95/17-12-1980) που έγινε ο θρύλος την δεκαετία του ΄80 και μετά και το άλλο ένας οδηγός σε αγγλικά γλώσσα (European Union level ) σχετικά με τα σημερινά ισχύοντα. Μα γιατί στα εγγλέζικα θα αναρωτηθείτε; Όλοι οι εκτελωνιστές διαβάζουν τα τιμολόγια, μπορούν να διαβάσουν και αυτό το κείμενο…….
Δ1472/485πολ95/17-12-1980
Β. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΑΡΙθ. 1224/1980
1. Για τη διευκόλυνση της πρακτικής εφαρμογής των νέων διατάξεων περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, παρέχονται κατωτέρω ορισμένες διευκρινήσεις επί του βασικού κανονισμού της ΕΟΚ αριθ. 1224/80 με βάση τις Επεξηγηματικές Σημειώσεις αυτού που περιλαμβάνονται κυρίως στον κανονισμό της Επιτροπής αριθ. 1494/80 και τις εξηγήσεις που έδωσαν οι αρμόδιοι Κοινοτικοί εκπρόσωποι κατά την πραγματοποιηθείσα προς το σκοπό αυτό επίσκεψή τους στη χώρα μας. Η ανάλυση στα κρίσιμα σημεία γίνεται σε αντιπαραβολή και με τον προϊσχύσαντα ορισμό της δασμολογητέας αξίας για να επισημαίνονται κυρίως οι διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων εκτιμήσεως της αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
2. Ο ανωτέρω κανονισμός περιλαμβάνει 22 άρθρα.
Στα άρθρα 1 έως 16 αναφέρονται οι ουσιαστικές διατάξεις για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, ενώ στα άρθρα 17 έως 22 προβλέπεται η ίδρυση και λειτουργία της Επιτροπής δασμολογητέας αξίας στα πλαίσια της ΕΟΚ και ρυθμίζονται ορισμένα διαδικαστικά θέματα.
3. Επί των κατ' ιδίαν άρθρων του κανονισμού παρατηρούμε ειδικότερα τα εξής:
Επί του άρθρου 1
Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού δίδεται η έννοια ορισμένων όρων που χρησιμοποιούνται στα επόμενα άρθρα του κανονισμού για να αποφεύγονται έτσι περαιτέρω διευκρινήσεις στις ρυθμιστικές διατάξεις αυτού. Είναι συνεπώς αυτονόητο, ότι η μελέτη και η εφαρμογή των ρυθμιστικών διατάξεων του κανονισμού προϋποθέτει σαφή αντίληψη της εννοίας των όρων αυτών.
Για τους κατωτέρω όρους επισημαίνουμε, ειδικότερα τα εξής:
1. Δασμολογητέα αξία.
Στην παράγραφο 1α του ως άνω άρθρου διευκρινίζεται, ότι η δασμολογητέα, για την οποία γίνεται λόγος στον κανονισμό αυτό, είναι η αξία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του Κοινού Εξωτερικού Δασμολογίου, δηλαδή η αξία επί της οποίας υπολογίζονται οι επιβαρύνσεις εισαγωγής που προβλέπει το Κοινό Εξωτερικό Δασμολόγιο της ΕΟΚ και κατά συνέπεια και το εναρμονισμένο προς αυτό Ελληνικό Δασμολόγιο Εισαγωγής που θα ισχύει από 1-1-81.
Οι επιβαρύνσεις αυτές είναι τόσο οι δασμοί, όσο και οι λοιπές γεωργικές εισφορές και λοιπές κατά την εισαγωγή επιβαρύνσεις, οι προβλεπόμενες στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των εφαρμοζομένων ειδικών καθεστώτων βάσει του άρθρου235 της Συνθήκης της Ρώμης επί ορισμένων εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων.
Εξάλλου, σε προωθούμενη σχετική διάταξη, ισχύουσα από 1-1-8l, ορίζεται ότι η υπό των ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων καθοριζομένη δασμολογητέα αξία θα λαμβάνεται υπόψη και για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για την επιβολή των εισπραττομένων φόρων, τελών εισφορών ή δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, πλην των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας των οποίων προβλέπουν ειδικά οι διατάξεις του Ν. 363/1976.
2. Κρίσιμος χρόνος της δασμολογητέας αξίας.
Στην παράγραφο 1ζ του παρόντος άρθρου ορίζεται ότι ο χρόνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, είναι, για μεν τα εμπορεύματα που τίθενται απ' ευθείας σε ανάλωση, η ημερομηνία αποδοχής από το Τελωνείο της διασαφήσεως εισαγωγής, για δε τα εμπορεύματα που τίθενται σε ανάλωση μετά από ένα άλλο τελωνειακό καθεστώς (αποταμίευση κλπ.), η ημερομηνία που καθορίζεται από τις σχετικές με τα καθεστώτα αυτά Πράξεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής.
Έτσι, η ημερομηνία του τελωνισμού σε ανάλωση, που, βάσει των διατάξεων της εσωτερικής μας νομοθεσίας, λαμβάνεται σήμερα υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, μετατίθεται στην ημερομηνία που το Τελωνείο θα κάνει δεκτή την κατατιθέμενη διασάφηση εισαγωγής.
Διευκρινίζεται σχετικά ότι το στοιχείο «κρίσιμος χρόνος της δασμολογητέας αξίας» έχει την έννοια ότι όλα τα στοιχεία της αξίας των εμπορευμάτων εξετάζονται με τα δεδομένα κατά τη στιγμή της αποδοχής της διασαφήσεως εισαγωγής και όχι την έννοια που είχε με το προηγούμενο σύστημα εκτιμήσεως, βάσει του οποίου τυχόν ανατιμήσεις των εμπορευμάτων, που μεσολαβούσαν από την ημέρα 'tης παραγγελίας μέχρι της ημερομηνίας του τελωνισμού, ελαμβάνοντο υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής τιμής. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την περίπτωση που η αξία των εμπορευμάτων δεν έχει καταβληθεί κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η αξία η καταβλητέα κατά τον χρόνο αυτό.
3. Πρόσωπα συνδεόμενα (παράγ. 2,3 και 4).
Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται πότε ο αγοραστής και ο πωλητής θεωρούνται ως πρόσωπα συνδεόμενα, που, όπως και με το προηγούμενο σύστημα εκτιμήσεως, έχει την έννοια ότι η επιτευχθείσα τιμή δεν γίνεται κατ' αρχή δεκτή, αλλά ερευνάται περαιτέρω κατά πόσο οι σχέσεις αυτές επέδρασαν στη διαμόρφωση της τιμής αυτής.
Ενώ όμως κατά το προηγούμενο σύστημα εκτιμήσεως η έννοια των συνδεομένων προσώπων καθορίζετο κατά τρόπο γενικό και εκάλυπτε όλες τις περιπτώσεις που μεταξύ αγοραστού και πωλητού υπήρχαν σχέσεις οικονομικές, εμπορικές ή συμβατικές, στον παρόντα κανονισμό καθορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις που ο αγοραστής και ο πωλητής θεωρούνται ως πρόσωπα συνδεόμενα.
Από τις οκτώ (8) περιπτώσεις που ο αγοραστής και ο πωλητής θεωρούνται ως πρόσωπα συνδεόμενα, οι περιπτώσεις (ε) και (η) αναλύονται ειδικότερα στους κανονισμούς εφαρμογής της Επιτροπής αριθ.
1494/80 και 1495/80 αντιστοίχως. Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι τα πρόσωπα που συνδέονται οικονομικά μεταξύ τους, λόγω του ότι το ένα είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος, αποκλειστικός εισαγωγέας ή μοναδικός εκδοχέας, οποιοσδήποτε και αν είναι ο διδόμενος χαρακτηρισμός, θεωρούνται ως πρόσωπα συνδεόμενα μόνο αν οι σχέσεις τους εμπίπτουν στις προαναφερθείσες οκτώ περιπτώσεις. ο όρος «πρόσωπα» περιλαμβάνει τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα.
Επί του άρθρου 2
1. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η σειρά εφαρμογής των πέντε (5) μεθόδων εκτιμήσεως της αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, που καθιερώνονται από τα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού 3, 4, 5, 6, και 7.
Οι μέθοδοι αυτοί είναι οι εξής :
-Μέθοδος της συναλλακτικής αξίας των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων (άρθρο 3) -Μέθοδος της συναλλακτικής αξίας πανομοιοτύπων εμπορευμάτων (άρθρο 4) -Μέθοδος της συναλλακτικής αξίας ομοειδών εμπορευμάτων.
-Μέθοδος αφαιρετική (άρθρο 6).
-Μέθοδος αθροιστική ή μέθοδος της υπολογιζόμενης αξίας (άρθρο 7). Οι ανωτέρω μέθοδοι εκτιμήσεως αναφέρονται με τη σειρά που εφαρμόζονται. Η πρώτη μέθοδος για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ορίζεται στο άρθρο 3, τα δε εισαγόμενα εμπορεύματα πρέπει να εκτιμώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, κάθε φορά που πληρούνται οι προβλεπόμενοι στο άρθρο αυτό όροι.
2. .Όταν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθοριστεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 επιβάλλεται να γίνεται χρήση διαδοχικά των επόμενων άρθρων 4,5,6 και 7, μέχρις ότου καταστεί δυνατός ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας. Κατ' εξαίρεση, η σειρά εφαρμογής των άρθρων 6 και 7 αντιστρέφεται, αν ζητηθεί τούτο από τον εισαγωγέα. Αν διατυπωθεί μια τέτοια αίτηση, αλλά στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι είναι αδύνατος ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας βάσει των διατάξεων του άρθρου 7, η δασμολογητέα αξία πρέπει να καθορίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6, αν αυτό είναι δυνατό. Στις περιπτώσεις που ο εισαγωγέας δεν ζητάει να αντιστραφεί η τάξη των άρθρων 6 και 7 η κανονική τάξη πρέπει να τηρείται.
3. Τέλος αν δεν καταστεί δυνατό ς ο προσδιορισμός της δασμολογητέας αξίας των διατάξεων των άρθρων 3 έως 7 τότε η δασμολογητέα αξία θα πρέπει να καθοριστεί με τη χρήση λογικών μέσων, βάσει διαθεσίμων στην Κοινότητα στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις της σχετικής συμφωνίας της GA ΤΤ, που, όπως προαναφέραμε, είναι η εξάλειψη των εμποδίων στις διεθνείς συναλλαγές που προκύπτουν από την εφαρμογή αυθαιρέτων ή εικονικών δασμολογητέων αξιών.
Ο κ α θ ο ρ ι σ μ ό ς τ η ς δασμολογητέας "αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, με τη χρήση λογικών μέσων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μία μέθοδος εκτιμήσεως της αξίας των εμπορευμάτων, η τελευταία στη σειρά (μέθοδος καταφύγιο), η οποία όμως, εν αντιθέσει με τις άλλες μεθόδους των άρθρων 3 έως 7, δεν προσδιορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τον τόπο διαμορφώσεως της δασμολογητέας αξίας. Απλώς αναφέρονται επτά περιπτώσεις αξιών οι οποίες δεν πρέπει να αποτελούν τη βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατ' εφαρμογή της μεθόδου αυτής.
Εκείνο που π ρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι, ότι στην πράξη η σειρά προτεραιότητας στην εφαρμογή των ανωτέρω μεθόδων εκτιμήσεως θα πρέπει να τηρείται πιστά, δηλαδή για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας σε συγκεκριμένη περίπτωση, ξεκινώντας από τις διατάξεις του άρθρου 3, δεν είναι επιτρεπτή η προσφυγή στις διατάξεις επομένου άρθρου, αν δεν ερευνηθεί η δυνατότητα προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει των διατάξεων του προηγούμενου στην τάξη άρθρου.
Επί του άρθρου 3
l. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία αυτών, δηλαδή η τιμή που πράγματι πληρώθηκε ή θα πληρωθεί για τα εμπορεύματα όταν αυτά πωλούνται προς εξαγωγή, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, αφού προηγουμένως γίνουν ορισμένες προσαρμογές, σύμφωνα με το άρθρο 8, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι αναφερόμενοι στο άρθρο αυτό όροι.
2. Συνεπώς, κατά τον τελωνισμό των εισαγομένων εμπορευμάτων, εάν πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 3, η δασμολογητέα αξία θα καθορίζεται βάσει της συναλλακτικής των αξίας δηλαδή βάσει της τιμής που πραγματικά πληρώθηκε ή πρόκειται να πληρωθεί, που, όπως είναι γνωστό, εμφανίζεται στο σχετικό τιμολόγιο και τα λοιπά δικαιολογητικά της εισαγωγής προσαρμοσμένη ανάλογα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, για να ληφθούν υπόψη ορισμένα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (έξοδα μεταφοράς, συσκευασίας κ.λπ.), κατά το μέτρο που τα έξοδα αυτά βαρύνουν τον αγοραστή και δεν περιλαμβάνονται στην τιμή του εμπορεύματος.
3. .Όπως είναι γνωστό, ίδια εμπορεύματα μπορεί να εισάγονται σε διαφορετικές τιμές. ΤΟ γεγονός και μόνο ότι άλλος πωλητής πωλεί ίδια με τα προς εκτίμηση εμπορεύματα σε διαφορετική (μεγαλύτερη τιμή), δεν αποτελεί λόγο για τη μη αποδοχή της συναλλακτικής αξίας. Η συναλλακτική αξία δεν θα γίνεται δεκτή σε συγκεκριμένη περίπτωση, μόνο αν δεν πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο3.
4. Οι όροι που πρέπει να πληρούνται, για να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δηλαδή βάσει της συναλλακτικής αξίας αυτών, είναι τα εξής:
α. Τα εμπορεύματα θα πρέπει να εισάγονται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας πωλήσεως με σκοπό τη διάθεση αυτών στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον ορισμό της συναλλακτικής αξίας, που δίνεται με τις αρχικές διατάξεις του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων είναι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή κατά την πώλησή τους προς εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Κατά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, το γεγονός ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα δηλώθηκαν ότι προορίζονται προς ελεύθερη κυκλοφορία (ανάλωση) εντός της Κοινότητος, θεωρείται σαν επαρκής ένδειξη ότι αυτά επωλήθησαν προς εξαγωγή στην τελωνειακή Επικράτεια της Κοινότητος (άρθρο 6 Καν. 1495/80).
Συνεπώς, στις περιπτώσεις που δεν μεσολαβεί πώληση των εμπορευμάτων, όπως π.χ. είναι οι εισαγωγές εμπορευμάτων επ' ενοικίω, ή οι εισαγωγές εμπορευμάτων δι' αντιπραγματισμού (Τροκ) κ.λπ., ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας δεν δύναται να γίνει βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμογή έχουν τα άρθρα 4,5,6 και 7, όπως ειδικότερα ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος Κανονισμού.
β. Η πώληση δεν πρέπει να συνοδεύεται από περιορισμούς.
ο όρος αυτός αφορά τους περιορισμούς που μπορεί να έχει θέσει ο πωλητής ως προς την εκ μέρους του αγοραστού διάθεση ή χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων, πέραν των περιορισμών εκείνων οι οποίοι επιβάλλονται στο χώρο της Κοινότητος από το νόμο ή από τις Δημόσιες αρχές, των περιορισμών που καθορίζουν το γεωγραφικό χώρο στον οποίο επιτρέπεται να μεταπωληθούν τα εμπορεύματα και των περιορισμών που δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την αξία των εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, τυχόν υφιστάμενοι στο σχετικό συμβόλαιο πωλήσεως περιορισμοί, ως προς την εκ μέρους του αγοραστού χρησιμοποίηση ή διάθεση των εμπορευμάτων, θα πρέπει να εξετάζονται εάν έχουν επηρεάσει την αξία των εμπορευμάτων. Ως παράδειγμα περιορισμών, που δεν επηρεάζουν την αξία του εμπορεύματος, μπορεί να α, η περίπτωση όπου ένας πωλητής απαιτεί από ένα αγοραστή να φερθεί αυτοκινήτων να μην πωλήσει τα αυτοκίνητα πριν από ορισμένη ημερομηνία που αντιπροσωπεύει την αρχή που τίθεται σε κυκλοφορία ο τύπος των αυτοκινήτων αυτών, ενώ ως παράδειγμα που συνήθως επηρεάζει την αξία του εμπορεύματος μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση που ο πωλητής καθορίζει τις τιμές μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων, τα πρόσωπα στα οποία ο αγοραστής θα πωλήσει τα εμπορεύματα κ.λπ.
γ. Η πώληση ή η τιμή να μην είναι εξαρτημένη από όρους ή παροχές, η αξία των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε σχέση με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Π.χ. όταν ο πωλητής καθορίζει την τιμή των εμπορευμάτων με τον όρο ότι ο αγοραστής θα αγοράσει άλλα εμπορεύματα σε καθορισμένες ποσότητες ή η τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι εξαρτημένη από την τιμή ή τις τιμές στις οποίες ο αγοραστής πωλεί άλλα εμπορεύματα στον πωλητή ή όταν ο πωλητής πωλεί ημιτελειωμένα εμπορεύματα με τον όρο ότι θα λάβει από τον αγοραστή μία ποσότητα ετοίμων ενδυμάτων.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις είναι προφανές ότι η αξία εισαγομένων εμπορευμάτων έχει επηρεαστεί από τους όρους της πωλήσεως και τις αντιπαροχές του αγοραστού προς τον πωλητή. Για το λόγο αυτό η επιτευχθείσα τιμή δεν δύναται να γίνει δεκτή για τελωνειακούς σκοπούς.
Εν τούτοις, αν η αξία των αντιπαροχών του αγοραστού είναι συγκεκριμένη και μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά σε σχέση με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, πρέπει να θεωρείται ως έμμεση πληρωμή του αγοραστού προς τον πωλητή, δηλαδή ως τμήμα της πληρωθείσης ή πληρωτέας τιμής, οπότε η τιμολογιακή τιμή, μαζί με την αξία των αντιπαροχών θα πρέπει να αποτελέσουν, στην περίπτωση αυτή τη δασμολογητέα αξία του εμπορεύματος. Διευκρινίζεται σχετικά, ότι οι όροι ή παροχές, που σχετίζονται με την παραγωγή ή την εμπορία των εισαγομένων εμπορευμάτων (μάρκετινγκ), δεν συνεπάγονται την απόρριψη της συναλλακτικής τιμής.
δ. Κανένα μέρος του προϊόντος της μεταπωλήσεως μεταγενέστερης διαθέσεως ή χρησιμοποιήσεως των εμπορευμάτων να μην περιέλθει άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή, εκτός εάν είναι δυνατή μια κατάλληλη προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 8.
Σε ένα συμβόλαιο πωλήσεως εμπορευμάτων είναι δυνατό να περιλαμβάνεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει στον πωλητή, εκτός από την καθορισθείσα τιμή, και ένα μέρος από το προϊόν της μεταπωλήσεως ή χρησιμοποιήσεως των εμπορευμάτων. .Ένας τέτοιος όρος στην πώληση έχει, κατ' αρχήν, ως συνέπεια την απόρριψη της συναλλακτικής αξίας ως δασμολογητέας αξία, εκτός εάν το προϊόν της μεταπωλήσεως ή χρησιμοποιήσεως των εμπορευμάτων, που θα περιέλθει εκ των υστέρων άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή, μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά σε σχέση με τη συναλλακτική (τιμολογιακή) τιμή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων και γίνει μια κατάλληλη προσαρμογή, για να περιληφθεί το προϊόν αυτό στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων.
Το προϊόν της μεταπωλήσεως δεν πρέπει να συγχέεται με τα δικαιώματα αναπαραγωγής, τα οποία μπορεί να εισπράττει ο πωλητής βάσει της τιμής πωλήσεως των παραγομένων εμπορευμάτων, τα οποία δεν ενσωματώνονται στη δασμολογητέα αξία (βλεπ. άρθρο 8 παράγρ. 5), ούτε με τις μεταβιβάσεις μερισμάτων ή άλλου είδους πληρωμές του αγοραστού προς τον πωλητή που δεν συσχετίζονται με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα (βλεπ. ερμην. Σημ. άρθρου 3 παραγ. 1, Κανον. 1494/80).
ε. Ο πωλητής και ο αγοραστής να μη συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 1 παραγ. 2 του παρόντος κανονισμού.
Εν τούτοις, το γεγονός και μόνο ότι ο πωλητής και ο αγοραστής συνδέονται μεταξύ τους, δεν αποτελεί λόγο απορρίψεως της συναλλακτικής αξίας. Η συναλλακτική αξία μπορεί να γίνει δεκτή στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτή.
Τα εδάφια (α) και (β) της παραγράφου 2 προβλέπουν διάφορα μέσα θεμελιώσεως του αποδεκτού μιας συναλλακτικής αξίας, παρά το γεγονός ότι ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους. Το εδάφιο (α) προβλέπει, ότι, όταν ο πωλητής και ο αγοραστής έχουν δεσμούς μεταξύ τους, θα πρέπει να εξετάζονται οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συντρέχουν στην πώληση και να γίνεται δεκτή η συναλλακτική αξία, αν οι δεσμοί αυτοί δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Η εξέταση στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι ανάγκη να γίνεται κάθε φορά, παρά μόνο όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αποδεκτό της τιμής.
.Όταν η Τελωνειακή Διοίκηση δεν έχει καμιά αμφιβολία ως προς το αποδεκτό της τιμής, η αποδοχή πρέπει να γίνεται χωρίς ο εισαγωγέας να υποχρεούται να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες. π.χ. η τελωνειακή Διοίκηση μπορεί να έχει εξετάσει το θέμα των δεσμών ή να διαθέτει ήδη λεπτομερείς πληροφορίες που αφορούν στον αγοραστή και στον πωλητή ή να έχει πειστεί με βάση αυτήν την εξέταση ή αυτές τις πληροφορίες, ότι οι δεσμοί δεν έχουν επηρεάσει την τιμή.
.Όταν η Τελωνειακή Διοίκηση δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί τη συναλλακτική αξία χωρίς συμπληρωματική έρευνα, οφείλει να δώσει στον εισαγωγέα τη δυνατότητα για να παράσχει όλες τις λεπτομερείς περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πώληση. Η εξέταση γίνεται για να προσδιοριστεί αν οι δεσμοί έχουν επηρεάσει την τιμή. Αν αποδειχθεί ότι ο αγοραστής και ο πωλητής, παρά το ότι συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγ. 2, αγοράζουν και πωλούν ο ένας στο άλλο ως εάν δεν ήσαν συνδεόμενοι, συνάγεται ότι οι δεσμοί δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. π.χ. αν η τιμή έχει οριστεί κατά τρόπο σύμφωνο με την πρακτική που ακολουθείται σχετικά με τον καθορισμό της τιμής στον οικείο κλάδο του εμπορίου ή κατά τρόπο που ο πωλητής ορίζει τις τιμές του για πωλήσεις προς αγοραστές με τους οποίους δεν συνδέεται ή αν η τιμή είναι επαρκής για να καλύψει όλα τα έξοδα παραγωγής και να εξασφαλίσει ένα αντιπροσωπευτικό κέρδος, τότε συνάγεται ότι οι δεσμοί δεν έχουν επηρεάσει την τιμή.
Το εδάφιο (β) της παραγράφου 2 προβλέπει ότι η συναλλακτική αξία μεταξύ συνδεομένων προσώπων γίνεται επίσης δεκτή, αν ο αγοραστής αποδείξει ότι η αξία αυτή προσεγγίζει μία από τις αναφερόμενες στα υπεδάφια ί έως ίν της παραγράφου αυτής αξίες, που χρονικά ταυτίζονται και έχουν γίνει δεκτές από την τελωνειακή Διοίκηση.
.Όταν η συναλλακτική αξία μεταξύ συνδεομένων προσώπων προσεγγίζει μία από τις εν λόγω αξίες, δεν είναι απαραίτητο να εξετάζεται αν οι σχέσεις έχουν επηρεάσει την τιμή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του εδαφίου της ιδίας παραγράφου. Επίσης, αν η Τελωνειακή Διοίκηση έχει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η συναλλακτική αξία πλησιάζει προς τις αξίες που αναφέρονται στα υπεδάφια i έως ίν της παραγράφου (β) δεν έχει λόγο να απαιτεί από τον αγοραστή να προσκομίσει και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Για να κριθεί αν μία συναλλακτική αξία προσεγγίζει τις αξίες που περιλαμβάνονται στα υπεδάφια ί έως iv της παραγράφου 2β, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες, αναφερόμενοι κυρίως στη φύση των εισαγομένων εμπορευμάτων, στον τρόπο διαμορφώσεως των τιμών στον οικείο εμπορικό κλάδο, στην εποχή κατά την οποία τα εμπορεύματα εισάγονται κ.λπ. Καθώς οι παράγοντες αυτοί μπορεί να ποικίλλουν από τη μια περίπτωση στην άλλη, δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται, για όλες τις περιπτώσεις, ένας σταθερός αποδεκτός συντελεστής αποκλίσεως της συναλλακτικής αξίας προς τις εν λόγω αξίες, καθόσον, εξεταζόμενη από εμπορικής απόψεως μια μικρή διαφορά αξίας, μπορεί να είναι απαράδεκτη σε μια περίπτωση που αφορά σε ένα τύπο εμπορεύματος, ενώ μια διαφορά σημαντική θα μπορούσε ίσως να είναι αποδεκτή στην περίπτωση που αφορά σε άλλο τύπο εμπορεύματος.
Επί των διατάξεων της παραγράφου 2 εκείνο που πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα είναι ότι η Τελωνειακή Διοίκηση δεν δύναται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, να αναπροσαρμόσει τη συναλλακτική αξία σε περίπτωση που δεν ικανοποιείται από τα στοιχεία που θα προσκομίσει ο εισαγωγέας για να αποδείξει ότι η συναλλακτική αξία δεν έχει επηρεαστεί από τις σχέσεις του με τον πωλητή ή ότι προσεγγίζει μία από τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξίες. Τα προσκομιζόμενα από τον εισαγωγέα στοιχεία χρησιμοποιούνται μόνο για συγκριτικούς σκοπούς και συνεπώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2, η συναλλακτική , αξία σε πωλήσεις μεταξύ συνδεομένων προσώπων ή γίνεται δεκτή ως έχει ή δεν γίνεται δεκτή, οπότε η δασμολογητέα αξία θα καθορίζεται με τη διαδοχική προσφυγή στα άρθρα 4,5,6 και 7 του Κανονισμού.
5. Με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου αναλύεται η έννοια της «πράγματι πληρωθείσης ή πληρωτέας τιμής», ενώ με την παράγραφο 4 προσδιορίζονται περαιτέρω ορισμένα στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που πραγματοποιήθηκε ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή προς όφελος του πωλητού για τα πωληθέντα εμπορεύματα. Η πληρωμή δε είναι απαραίτητο να γίνεται σε χρήμα. Μπορεί να γίνεται και με επιταγές ή διαπραγματεύσιμους τίτλους. Επίσης η πληρωμή μπορεί να γίνεται άμεσα ή έμμεσα. .Ένα παράδειγμα εμμέσου τρόπου πληρωμής θα ήταν η μερική ή ολική εξόφληση από τον αγοραστή ενός χρέους του πωλητού.
Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι οι αναλαμβανόμενες από τον αγοραστή δραστηριότητες για ίδιο λογαριασμό, εκτός από εκείνες που προβλέπεται μία προσαρμογή στο άρθρο 8, δεν θεωρούνται σαν έμμεση πληρωμή και συνεπώς το κόστος τους δεν αποτελεί διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας, έστω και αν θεωρείται ότι αποφέρουν όφελος στον πωλητή.
Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι δραστηριότητες ερεύνης και οργανώσεως της αγοράς (μάρκετινγκ), οι οποίες είναι σχετικές με τη διαφήμιση, την προαγωγή των πωλήσεων και τις οιασδήποτε μορφής εγγυήσεις των εισαγομένων εμπορευμάτων.
Οι ανωτέρω δραστηριότητες θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιήσει. για λογαριασμό του αγοραστού ακόμη και αν αποτελούν υποχρέωσή του κατ' ακολουθία ειδικής συμφωνίας μετά του πωλητού.
6. Επίσης, βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4, σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις των κανονισμών εφαρμογής, τα κατωτέρω στοιχεία δεν συμπεριλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία, υπό τον όρο όμως ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα δια τα εμπορεύματα τιμή:
α. έξοδα αναφερόμενα σε εργασίες κατασκευής, εγκαταστάσεως, συντηρήσεως ή τεχνικής βοηθείας, αναλαμβανόμενα μετά την εισαγωγή και αναφερόμενα στα εισαγόμενα εμπορεύματα.
β. δαπάνες μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος.
γ. δασμοί και φόροι οφειλόμενοι στη χώρα εισαγωγής.
δ. επιβαρύνσεις για το δικαίωμα αναπαραγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων.
ε. οι πληρωμές που γίνονται από τον αγοραστή για την απόκτηση δικαιώματος διανομής ή μεταπωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων.
στ. οι προμήθειες αγοράς δηλαδή οι δαπάνες που καταβάλλει ο εισαγωγέας στον πράκτορά του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευσή του στο εξωτερικό για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων.
ζ. οι τόκοι που καταβάλλονται συνεπεία συμφωνίας για την εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων επί πιστώσει.
η. έξοδα ερεύνης και προκαταρτικού σχεδιασμού (προσχέδια).
Επί του άρθρου 4
Με το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού καθιερώνεται μία άλλη μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, η οποία έχει ως βάση τη συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται προς εξαγωγή στην Κοινότητα κατά τον ίδιο ή περίπου τον ίδιο χρόνο με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. ο ορισμός των πανομοιοτύπων εμπορευμάτων δίδεται με τις διατάξεις της παραγράφου Ιγ του άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού.
Συνεπώς η αναζήτηση και η επιλογή εμπορευμάτων πανομοιοτύπων, με τα υπό εκτίμηση για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας βάσει της μεθόδου που καθιερώνει το παρόν άρθρο, θα πρέπει κατ' αρχήν να γίνεται έχοντας υπόψη τον εν λόγω ορισμό. Εκτός όμως από τον ορισμό, περί του ποία θεωρούνται πανομοιότυπα εμπορεύματα, για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων βάσει της συναλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων αυτών πρέπει επί πλέον να λαμβάνονται υπόψη και τα εξής:
α. Η αναζήτηση πανομοιοτύπων εμπορευμάτων πρέπει κατ' αρχήν να στρέφεται σε προϊόντα παραγόμενα από το ίδιο πρόσωπο από το οποίο προέρχονται και τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Αν δεν είναι δυνατή η διαπίστωση της συναλλακτικής αξίας τέτοιων εμπορευμάτων, τότε μπορούμε να αναζητήσουμε πανομοιότυπα εμπορεύματα παραχθέντα από άλλα πρόσωπα της αυτής όμως χώρας παραγωγής.
Η αναζήτηση πανομοιοτύπων εμπορευμάτων σε προϊόντα άλλης χώρας παραγωγής δεν είναι επιτρεπτή.
β. Ειδικά για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας η επιλογή θα πρέπει εκ των πραγμάτων να περιορίζεται σε πωλήσεις εμπορευμάτων παραχθέντων από τον ίδιο κατασκευαστή.
γ. Οι πωλήσεις των πανομοιοτύπων εμπορευμάτων πρέπει να είναι του ιδίου εμπορικού επιπέδου και ουσιαστικά της ίδιας ποσότητας με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Αν δεν υπάρχει τέτοια πώληση λαμβάνεται υπόψη, αν είναι διαθέσιμη, η συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων πωλουμένων σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο ή σε διαφορετική ποσότητα, προσαρμοζόμενη κατάλληλα ώστε να ληφθούν υπόψη διαφορές οφειλόμενες στους παράγοντες αυτούς, με την προϋπόθεση ότι οι διαφορές αποδεικνύονται από στοιχεία που εδραιώνουν το εύλογο και ακριβές της προσαρμογής είτε αυτή οδηγεί σε αύξηση είτε σε μείωση της αξίας.
δ. Αν στην συναλλακτική αξία των πανομοιοτύπων εμπορευμάτων περιλαμβάνονται και τα έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγρ. 1/ε, δηλαδή έξοδα μεταφοράς, χειρισμού του φορτίου κλπ, πρέπει να γίνονται ανάλογες προσαρμογές, προκειμένου να ληφθούν υπόψη σημαντικές διαφορές στα έξοδα αυτά μεταξύ των πανομοιοτύπων και των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, οφειλόμενες στις αποστάσεις και τους τρόπους μεταφοράς.
ε. Οι διατάξεις της παραγράφου 1α οι οποίες καθιερώνουν μία ανοχή χρόνου στις πωλήσεις πανομοιοτύπων εμπορευμάτων σε σχέση με τα υπό εκτίμηση, πρέπει να εφαρμόζονται, λαμβανομένης υπόψη και της σταθερότητας των τιμ(όν στον οικείο κλάδο του εμπορίου, δηλαδή σε περίπτωση που δεν παρατηρούνται διακυμάνσεις στις τιμές των εν λόγω εμπορευμάτων, η χρονική ανοχή μπορεί να επιμηκύνεται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση η χρονική ανοχή πρέπει να περιορίζεται.
στ. Η συναλλακτική αξία των πανομοιοτύπων εμπορευμάτων, που θα αποτελέσει τη βάση καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση, θα πρέπει προηγουμένως να έχει γίνει δεκτή από το Τελωνείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 και να έχει προσαρμοσθεί, αν συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1(β) και 2 του παρόντος άρθρου.
ζ. Αν κατά την εφαρμογή του υπό κρίση άρθρου διαπιστώνονται περισσότερες από μία συναλλακτικές αξίες λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη.
Επί του άρθρου 5.
1. Η μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, στηρίζεται στη συναλλακτική αξία εισαχθέντων ομοειδών εμπορευμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην παράγραφο 1δ του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
2. Όπως θα παρατηρήσετε στο άρθρο 5 επαναλαμβάνονται κατά λέξη οι διατάξεις του άρθρου 4, με μόνη τη διαφορά ότι το άρθρο 4 αναφέρεται στη συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων, ενώ το άρθρο 5 στη συναλλακτική αξία ομοειδών. Συνεπώς για το άρθρο 5, κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ανωτέρω αναφέρονται επί των διατάξεων του άρθρου 4.
Επί του . Άρθρου 6
l. Η μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, που καθιερώνεται με το άρθρο 6, βασίζεται στην τιμή που τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα η , ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται στο εσωτερικό της Κοινότητος, από την οποία τιμή στη συνέχεια αφαιρούνται όλες οι ενσωματωθείσες σ' αυτή επιβαρύνσεις που δεν αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, έτσι ώστε η τιμή να φθάσει στο ύψος που θα αντιπροσωπεύει την τιμή των εμπορευμάτων στο σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος (μέθοδος αφαιρετική).
2. Η επιλογή για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των πωλήσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ο καθορισμός της αντιπροσωπευτικής τιμής μονάδος αυτών, καθώς και ο ακριβής προσδιορισμός των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από την τιμή αυτή αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη σωστή εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου εκτιμήσεως.
3. Επί των προϋποθέσεων αυτών παρατηρούμε ειδικότερα τα εξής:
α. Επιλογή των πωλήσεων :
Οι πωλήσεις που θα λαμβάνονται υπόψη για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου πρέπει να περιορίζονται κατ' αρχήν σε πωλήσεις των εισαγομένων που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της Κοινότητος μεταξύ προσώπων τα οποία δεν συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγρ. 2 του παρόντος κανονισμού.
Περαιτέρω οι πωλήσεις αυτές θα πρέπει να πραγματοποιούνται τον ίδιο ή περίπου τον ίδιο χρόνο της εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων στη μεγαλύτερη συνολική ποσότητα και να αναφέρονται σε εμπορεύματα διατιθέμενα στη κατάσταση στην οποία εισήχθησαν.
Πωλήσεις σε πρόσωπα που παρέχουν στοιχεία διαλαμβανόμενα στο άρθρο 8δ1/β δεν λαμβάνονται υπόψη.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιούνται πωλήσεις των ως άνω εμπορευμάτων κατά το ίδιο ή περίπου το ίδιο χρόνο της εισαγωγής των υπό εκτίμηση, με την επιφύλαξη των αναφερθέντων ανωτέρω λοιπών όρων, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη πωλήσεις πραγματοποιούμενες σε επαρκή ποσότητα κατά την πλησιέστερη ημερομηνία η οποία ακολουθεί την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, αλλά πριν από την εκπνοή 90 ημερών από της εισαγωγής τους.
Επίσης, αν τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εμπορεύματα δεν πωλούνται στην κατάσταση στην οποία εισήχθησαν, αλλά μετά από επεξεργασία, είναι δυνατόν, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέως και με την επιφύλαξη των κατά τα ανωτέρω αναφερθέντων λοιπών όρων, να ληφθούν υπόψη πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν επί των τελειοποιηθέντων εμπορευμάτων. Στην περίπτωση όμως αυτή η προστιθεμένη λόγω της επεξεργασίας αξία θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς και να συνυπολογίζεται στα αφαιρετικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου.
β. Καθορισμός της αντιπροσωπευτικής τιμής μονάδος επί των πωλήσεων.
Οι πωλήσεις επί των εισαγομένων εμπορευμάτων ή πανομοιοτύπων ή ομοειδών εμπορευμάτων, που κατά τα ανωτέρω θα λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση, είναι δυνατό να μην πραγματοποιούνται στην ίδια τιμή μονάδος αλλά η τιμή των εμπορευμάτων να διαφοροποιείται αναλόγως της πωλούμενης ποσότητος ή συνεπεία άλλων παραγόντων. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική τιμή ανταποκρινόμενη σε πωλήσεις που αθροίζουν την πιο μεγάλη ποσότητα, δηλαδή η τιμή στην οποία πωλήθηκε ο πιο μεγάλος αριθμός μονάδων στο πρώτο εμπορικό επίπεδο μετά την εισαγωγή. π.χ. αν έχουμε δύο πωλήσεις στο εσωτερικό της Κοινότητος που στην μεν πρώτη 500 μονάδες πωλούνται στην τιμή των 95 χρηματικών μονάδων εκάστη, ενώ στη δεύτερη 400 μονάδες πωλούνται στην τιμή των 90 χρηματικών μονάδων εκάστη, ο μεγαλύτερος αριθμός μονάδων που πωλήθηκε σε μια δεδομένη τιμή είναι 500 μονάδες. Συνεπώς η τιμή μονάδος που ανταποκρίνεται στις πωλήσεις που αθροίζουν την πιο μεγάλη ποσότητα είναι 95 χρηματικές μονάδες, η τιμή δε αυτή θα ληφθεί ως βάση για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων.
γ. Προσδιορισμός των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από την τιμή.
Από την κατά τα ανωτέρω καθοριζομένη τιμή, που αποτελεί την αφετηρία για τη διαμόρφωση της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, πρέπει στη συνέχεια να αφαιρούνται όλα τα στοιχεία που έχουν ενσωματωθεί σ' αυτή, τα οποία δεν αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στα υπεδάφια ί έως ίίί της παραγράφου 1α του παρόντος άρθρου και είναι:
οι προμήθειες που καταβάλλονται και οι προσαυξήσεις που γίνονται για κέρδη και γενικά έξοδα σε σχέση με τις πωλήσεις στην Κοινότητα εισαγομένων εμπορευμάτων της ιδίας φύσεως ή είδους, τα συνήθη έξοδα μεταφοράς ασφαλίσεως και τα παρεμφερή έξοδα που πραγματοποιούνται εντός της Κοινότητος, οι δασμοί και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις που καταβάλλονται εντός της Κοινότητος λόγω της εισαγωγής ή της πωλήσεως των εμπορευμάτων.
Για κέρδη και γενικά έξοδα θα καθορίζεται ένα συνολικό ποσό εκπτώσεως το οποίο θα βασίζεται στις πληροφορίες που θα προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο ή για λογαριασμό αυτού. Αν οι πληροφορίες αυτές δεν ικανοποιούν την Τελωνειακή Διοίκηση, τότε το ποσό για κέρδη και γενικά έξοδα μπορεί να βασιστεί σε πωλήσεις εντός της Κοινότητος εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή είδους.
ο όρος εμπορεύματα της αυτής φύσεως ή είδους περιλαμβάνει εμπορεύματα εισαχθέντα από την ίδια χώρα με τα υπό εκτίμηση, καθώς και εμπορεύματα προελεύσεως μιας άλλης χώρας.
Διευκρινίζεται σχετικά ότι, όσα από τα στοιχεία που πρέπει να αφαιρεθούν από την τιμή πωλήσεως είναι εκπεφρασμένα σε ποσοστό ε, τοις εκατό (~0) εξάγονται από την τιμή ή το υπόλοιπο της τιμής κατά τις διαδοχικές μειώσεις, κατόπιν πολλαπλασιασμού με τον συντελεστή Χ: 100 + χ (όπου χ το ποσοστό που πρέπει να αφαιρεθεί). Π.χ.
αν από μία τιμή πωλήσεως 500 δραχμών, αφαιρώντας τις λοιπές εσωτερικές επιβαρύνσεις φθάσουμε στο ποσό των 420 δραχμών από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν οι δασμοί που έχουν ενσωματωθεί στην τιμή οι οποίοι ανέρχονται σε ποσοστό 20~0.
Τότε έχουμε:
420 χ 20 1 - -70 100 + 20 ή 420 χ 6
άρα 420 - 70 = 350 δραχμές, που αποτελεί το ποσό μετά την αφαίρεση των δασμών.
Επί του . Άρθρου 7
1 . Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται η πέμπτη κατά σειρά μέθοδος διαμορφώσεως της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, η οποία στηρίζεται στην τιμή που προκύπτει κατόπιν υπολογισμού και αθροίσεως όλων των στοιχείων που συνθέτουν το κόστος των εμπορευμάτων, περιλαμβανομένου και του κέρδους του παραγωγού, ως και των λοιπών εξόδων μέχρι του σημείου εισόδου αυτών στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος.
2. Η αθροιστική αυτή μέθοδος ή μέθοδος της υπολογιζόμενης αξίας, αν και έχει διαφορετική βάση εκκινήσεως από τη μέθοδο του άρθρου 6, εν τούτοις αποβλέπει στον ίδιο στόχο, στη διαμόρφωση δηλ. μιας τιμής που θα αντιπροσωπεύει την τιμή των εμπορευμάτων στο σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος.
Συνεπώς και κατά την εφαρμογή της μεθόδου αυτής εκείνο που προέχει είναι ο ακριβής προσδιορισμός των επί μέρους στοιχείων που αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της τιμής μέχρι το ανώτερο σημείο εισόδου.
3. Τα βασικά αυτά στοιχεία αναφέρονται στα εδάφια α,β και γ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και είναι:το κόστος ή η αξία των υλικών που υπεισήλθαν στην παραγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, ένα ποσό για κέρδος και γενικά έξοδα που αντιστοιχεί σε εμπορεύματα της αυτής με τα υπό εκτίμηση φύσεως ή είδους τα οποία παράγονται στη χώρα εξαγωγής και προορίζονται να εξαχθούν στην Κοινότητα και όλα τα έξοδα που δημιουργούνται για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι το σημείο εισόδου (ναύλοι, ασφάλιστρα κ.λπ.).
4. Σχετικά με το σημείο εισόδου που κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου θα λαμβάνεται υπόψη επί των εισαγομένων στη χώρα μας εμπορευμάτων γίνεται λόγος ειδικότερα στην ανάλυση των άρθρων 8 και 14.
5. Περαιτέρω στο κόστος ή την αξία των υλικών που υπεισήλθαν στην παραγωγή πρέπει να συνυπολογίζονται το κόστος των δοχείων και των υλικών που χρησιμοποιούνται στη συσκευασία των εμπορευμάτων και τα λοιπά έξοδα συσκευασίας αυτών, καθώς επίσης και ένα μέρος της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 8.1.β (υλικά, εργαλεία, μήτρες, σχέδια κ.λπ.), σε περίπτωση που τα στοιχεία αυτά παρέχονται από τον αγοραστή για την παραγωγή των εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση ή με μειωμένο κόστος.
6. ΤΟ ποσό για κέρδος και γενικά έξοδα θα πρέπει και με τη μέθοδο αυτή να λαμβάνεται σαν ένα σύνολο.
Συνεπώς σε περίπτωση που το κέρδος του παραγωγού είναι μικρό και τα γενικά έξοδα υψηλά, το συνολικό ποσό για κέρδος και γενικά έξοδα είναι δυνατό να ευρίσκεται σε συνέπεια με εκείνο που πραγματοποιείται σε πωλήσεις εμπορευμάτων της ιδίας φύσεως ή είδους.
7. Είναι ευνόητο ότι κατά τον καθορισμό της υπολογιζόμενης αξίας πρέπει να καταβάλλεται η δέουσα προσοχή, ώστε το κόστος ή η αξία των ανωτέρω στοιχείων να μην υπολογίζεται δύο φορές.
8. Ο προσδιορισμός των επί μέρους στοιχείων της τιμής για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας με τη μέθοδο του παρόντος άρθρου γίνεται βάσει πληροφοριών διαθεσίμων στην Κοινότητα που σχετίζονται με την παραγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων.
Οι πληροφορίες αυτές προσκομίζονται από τον παραγωγό ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό αυτού.
9. Η Τελωνειακή Διοίκηση, δεν δύναται να υποχρεώνει πρόσωπα μη εγκατεστημένα στην Κοινότητα να προσκομίζουν προς εξέταση λογιστικά βιβλία ή άλλα έγγραφα για τον προσδιορισμό της υπολογιζόμενης αξίας. Εν τούτοις με τη συγκατάθεση του παραγωγού οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορεί να αποστέλλονται προς επαλήθευση σε μη Κοινοτική χώρα, εφόσον η κυβέρνηση της χώρας αυτής δεν έχει αντίρρηση για τη σχετική έρευνα.
Ο καθορισμός ειδικότερα του κόστους ή της αξίας των υλικών που υπεισήλθαν στην παραγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων θα γίνεται βάσει σχετικών πληροφοριών παρεχομένων από τον παραγωγό με τις οποίες θα θεμελιώνεται το κόστος αυτό στην εμπορική λογιστική που εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι η λογιστική αυτή είναι σύμφωνη με τις αρχές της γενικά αποδεκτής λογιστικής, οι οποίες εφαρμόζονται στη χώρα παραγωγής των εμπορευμάτων. Επίσης βάσει των πληροφοριών που παρέχει ο παραγωγός θα καθορίζεται και το συνολικό ποσό για κέρδη και γενικά έξοδα, εφόσον οι αριθμοί που ανακοινώνει ο παραγωγός δεν είναι ασυμβίβαστοι προς εκείνους που αντιστοιχούν γενικά σε πωλήσεις εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή είδους, που έγιναν από παραγωγούς της χώρας εξαγωγής με προορισμό τη χώρα εισαγωγής.
10. .Όταν για τον καθορισμό της υπολογιζόμενης αξίας γίνεται χρήση πληροφοριών άλλων από εκείνες που παρέχει ο παραγωγός των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου, πληροφορούν τον εισαγωγέα, κατόπιν αιτήσεώς του, σχετικά με την πηγή των πληροφοριών αυτών.
Επί του άρθρου 8
1. Με το άρθρο αυτό καθορίζονται ορισμένα στοιχεία τα οποία πρέπει να προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή κατά τη διαμόρφωση, βάσει του άρθρου 3, της δασμολογητέας αξίας των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά βαρύνουν τον αγοραστή και δεν έχουν περιληφθεί στην ανωτέρω τιμή.
2. Τα πρόσθετα αυτά στοιχεία της τιμής αφορούν διάφορα έξοδα και επιβαρύνdεις που και με το προηγούμενο σύστημα εκτιμήσεως αποτελούσαν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, με τη διαφορά όμως ότι στις σχετικές διατάξεις του προηγουμένου ορισμού της αξίας τα εν λόγω έξοδα εμνημονεύοντο ενδεικτικά κάτω από τη γενική διάταξη που καθόριζε ότι όλα τα έξοδα τα αναγόμενα στην πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων μέχρι του σημείου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της χώρας εισαγωγής αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας αυτών, ενώ στο νέο σύστημα εκτιμήσεως τα στοιχεία αυτά
απαριθμούνται περιοριστικά στο παρόν άρθρο.
Περαιτέρω για ορισμένα από τα στοιχεία αυτά παρέχονται σχετικές διευκρινήσεις στους κανονισμούς εφαρμογής αριθ. 1494/80 και 1495/80.
3. Η περιοριστική κατά τα ανωτέρω απαρίθμηση των προσθέτων αυτών στοιχείων της τιμής, υπαγορεύεται από τη γενική αρχή στην οποία στηρίζεται το νέο σύστημα εκτιμήσεως, που όπως προαναφέραμε είναι ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων βάσει θετικών και συγκεκριμένων στοιχείων.
4. Συνεπώς προσαυξήσεις της πράγματι πληρωθείσης ή πληρωτέας τιμής θα πραγματοποιούνται μόνο βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου για να περιληφθούν στην τιμή τα περιοριστικώς απαριθμούμενα σ' αυτό στοιχεία, επί πλέον δε οι ενεργούμενες σε κάθε περίπτωση προσαυξήσεις θα πρέπει να στηρίζονται σε δεδομένα αντικειμενικά και ποσοτικά προσδιορίσιμα.
5. Επί των απαριθμούμενων στο άρθρο 8 στοιχείων τα οποία πρέπει να προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, εφόσον δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή, παρατηρούμε ειδικότερα τα εξής:
α. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1α στοιχεία αφορούν τις προμήθειες και έξοδα μεσιτείας, πλην των προμηθειών αγοράς, το κόστος των ειδών συσκευασίας και λοιπά έξοδα συσκευασίας (εργατικά και υλικά). Τα έξοδα αυτά είναι γνωστά και από το προηγούμενο σύστημα εκτιμήσεως, ως διαμορφωτικά στοιχεία της δασμ. αξίας των εμπορευμάτων, με μόνη τη διαφορά ότι στο παρόν σύστημα εκτιμήσεως γίνεται διάκριση των προμηθειών, σε προμήθειες πωλήσεως και σε προμήθειες αγοράς, με σκοπό την εξαίρεση των τελευταίων από τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων. Ως προμήθειες αγοράς νοούνται όλες οι αμοιβές που καταβάλλονται από ένα εισαγωγέα στον πράκτορά του, για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευσή του για την αγορά των εμπορευμάτων.
Αν τα δοχεία εντός των οποίων είναι συσκευασμένα τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πολλαπλών εισαγωγών, η αξία αυτών, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέως, επιμερίζεται αναλόγως προς τις κατ' εκτίμηση προβλεπόμενες εισαγωγές, σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές αρχές της λογιστικής.
β. Στην παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου αναφέρονται ορισμένα στοιχεία η αξία των οποίων επιμεριζόμενη καταλλήλως προστίθεται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή", εφόσον δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή.
Τα στοιχεία αυτά αφορούν είδη και υπηρεσίες που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή χωρίς επιβάρυνση ή με μειωμένο κόστος για να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή, των εισαγομένων εμπορευμάτων.
, να έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα με τα στοιχεία αυτά μπορεί (υλικά, συνθετικά μέρη, εξαρτήματα κ.λπ) ή απλώς να έχουν χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή αυτών (εργαλεία, μήτρες, καλούπια κ.λπ) ή να αφορούν υλικά καταναλωθέντα για την παραγωγή των εμπορευμάτων, ως επίσης και εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας, μελέτης, τέχνης, σχεδίων και ιχνογραφημάτων που πραγματοποιήθηκαν εντός της Κοινότητος.
Διευκρινίζεται σχετικά ότι τα έξοδα ερεύνης και προκαταρτικού σχεδιασμού δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία (άρθρο 10 Καν. 1495/80).
γ. Στα Rοyalties και τα δικαιώματα αδείας που αναφέρονται στην παράγραφο 1γ του παρόντος άρθρου δύνανται να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον αγοραστή για δικαιώματα ευρεσιτεχνίας εκμεταλλεύσεως εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος, ως και για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι πληρωμές αυτές αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας, εφόσον η καταβολή αυτών εκ μέρους του αγοραστού αποτελεί όρο της πωλήσεως των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων.
Εν τούτοις οι επιβαρύνσεις οι σχετικές με το δικαίωμα αναπαραγωγής καθώς και οι πληρωμές που γίνονται από τον αγοραστή για την απόκτηση δικαιώματος διανομής ή μεταπωλήσεως των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, δεν προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή (παραγ. 5 παρόντος άρθρου).
δ. Η αξία μέρους των προσόδων από κάθε μεταπώληση μεταγενέστερη διάθεση ή χρησιμοποίηση των εισαγομένων εμπορευμάτων η οποία περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή και που σύμφωνα με την παράγραφο 1.δ του παρόντος άρθρου αποτελεί διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας αυτών, δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαιώματα αναπαραγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων, ως και τα μερίσματα ή άλλες πληρωμές του αγοραστού προς τον πωλητή, μη σχετιζόμενες με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, που όπως προαναφέρθηκε δεν προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή.
δ. Η αξία μέρους των προσόδων από κάθε μεταπώληση διάθεση ή χρησιμοποίηση των εισαγομένων εμπορευμάτων που περιέρχεται άμεσα ή έμμεσα στον πωλητή, προστίθεται, σύμφωνα με την παράγραφο 1δ του παρόντος άρθρου, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, εφόσον η καταβολή των προσόδων αυτών σχετίζεται άμεσα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα.
ε. Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.ε του παρόντος άρθρου αφορούν τα έξοδα μεταφοράς, ασφαλίσεως, φορτώσεως και τα
έξοδα χειρισμού του φορτίου, τα συναφή με τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος.
Υπενθυμίζεται σχετικά ότι τα έξοδα αυτά προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή στην έκταση που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή.
Σύμφωνα με το άρθρο 42 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου κατά την οποία θα εξακολουθούν να εισπράττονται δασμοί στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ελλάδος και ΕΟΚ, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας στις συναλλαγές τόσο στο εσωτερικό της Κοινότητος όσο και με τις τρίτες χώρες, το τελωνειακό έδαφος που θα λαμβάνεται υπόψη είναι εκείνο που καθορίζεται από τις υφιστάμενες την 31-12-80 αντίστοιχες σχετικές διατάξεις της Κοινότητος και της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Κατά συνέπεια μέχρι 1-1-86 όπου στον παρόντα κανονισμό ή στους κανονισμούς εφαρμογής γίνεται λόγος περί εξόδων μέχρι το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας θα λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα που αναλογούν για την μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι το σημείο εισόδου στο Ελληνικό τελωνειακό έδαφος όπως αυτό ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις του τελωνειακού Κώδικος.
Ποίο θεωρείται σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των εμπορευμάτων, ορίζεται στο άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού, ενώ με το άρθρο 15 αυτού ρυθμίζεται το θέμα της κατανομής των εξόδων μεταφοράς εντός και εκτός του τελωνειακού εδάφους. Επίσης με κανονισμούς εφαρμογής που καταρτίστηκαν από την Επιτροπή (ΕΟΚ) και πρόκειται σύντομα να δημοσιευθούν, ρυθμίζονται ορισμένα ειδικά θέματα, όπως είναι ο αεροπορικός ναύλος, τα έξοδα μεταφοράς, που θα λαμβάνονται υπόψη στις ταχυδρομικές αποστολές κ.λπ.
Επί του άρθρου 9
1. Με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται το θέμα της τιμής του συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μετατροπή των ξένων νομισμάτων στο εθνικό νόμισμα των κρατών-μελών, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οσάκις τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εκφράζονται σε νόμισμα διάφορο του εθνικού νομίσματος, που όπως είναι γνωστό είναι η πλέον συνήθης περίπτωση για τα εισαγόμενα στη χώρα μας εμπορεύματα, η τιμή συναλλάγματος που θα χρησιμοποιείται είναι εκείνη που δημοσιεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους και που θα αποδίδει κατά τον πλέον πραγματιστικό τρόπο την τρέχουσα αξία του συναλλάγματος στις εμπορικές συναλλαγές του κράτους - μέλους.
3. Μέχρι να καθοριστεί η τιμή του συναλλάγματος σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η τιμή του συναλλάγματος, που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι η τελευταία τιμή πωλήσεως που επιτυγχάνεται στην πλέον αντιπροσωπευτική αγορά ή αγορές συναλλάγματος του ενδιαφερομένου κράτους-μέλους κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας.
4. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι από 13/1 1/80 λειτουργεί στη χώρα μας ελεύθερη αγορά συναλλάγματος, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων στη χώρα μας εμπορευμάτων, για τη μετατροπή των ξένων νομισμάτων στο εθνικό μας νόμισμα θα λαμβάνεται υπόψη η πλέον πρόσφατη προς τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας τιμή «ΠΩΛΗΣΕΩΣ» στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος, των ξένων νομισμάτων έναντι της δραχμής.
5. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι κρίσιμος χρόνος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας είναι η ημερομηνία αποδοχής από το Τελωνείο της κατατιθέμενης διασαφήσεως εισαγωγής και ότι οι διαμορφούμενες κατά τις εργάσιμες ημέρες στην ελεύθερη αγορά τιμές των συναλλαγμάτων, καταχωρούνται κατά το κλείσιμο σε εκδιδόμενο από την αρμόδια Επιτροπή Τραπεζών σχετικό δελτίο τιμών συναλλαγμάτων έναντι της δραχμής.
6. Κατά συνέπεια για τη μετατροπή των ξένων νομισμάτων σε δραχμές θα λαμβάνεται πάντοτε υπόψη η τιμή πωλήσεως συναλλάγματος που αναφέρεται στο δελτίο της προηγουμένης της ημερομηνίας αποδοχής της διασαφήσεως ή αν μεσολαβούν αργίες της πλέον πρόσφατης, έστω και αν η μετατροπή γίνεται σε χρόνο μεταγενέστερο του κρισίμου αυτού χρόνου, καθόσον η τιμή αυτή αποτελεί την τελευταία γνωστή τιμή πωλήσεως κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας.
Επί του άρθρου 10
1 . Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται το επαγγελματικό απόρρητο των πληροφοριών και εγγράφων που δίνονται στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές για το σκοπό καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων. Οποιοδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται άμbσα ή έμμεσα για ορισμένες εισαγωγικές συναλλαγές, παρέχει στις αρχές αυτές τις απαραίτητες πληροφορίες ή έγγραφα εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται από τις αρχές αυτές.
2. Κάθε πληροφορία εμπιστευτικής φύσεως ή που δίδεται επί εμπιστευτικής βάσεως για το σκοπό να εκτιμηθεί η αξία στα Τελωνεία, αποτελεί αντικείμενο μεταχειρίσεως σαν απόλυτα εμπιστευτική από τις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες δεν την αποκαλύπτουν χωρίς την προς τούτο απαιτουμένη άδεια του προσώπου ή της κυβερνήσεως που την έδωσε, παρά μόνο προς την Επιτροπή ΕΟΚ ή στην περίπτωση που η αποκάλυψή της θα επιβληθεί στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας.
Επί του άρθρου 11
1. Όπως είναι γνωστό σε ορισμένες περιπτώσεις, για διαφόρους λόγους, δεν μπορεί να καθοριστεί οριστικά \από το τελωνείο η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων κατά το στάδιο του τελωνισμού αυτών. Η αδυναμία αυτή μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη σχετικών στοιχείων, σε αμφιβολίες ως προς την αποδοχή της δηλουμένης αξίας ή σε διαφωνία μεταξύ τελωνείου και εισαγωγέως ως προς το ύψος της δασμολογητέας αξίας.
2. Στις περιπτώσεις αυτές που είναι επιτρεπτή η καθυστέρηση του οριστικού καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο εισαγωγέας μπορεί να παραλάβει τα εμπορεύματα παρέχοντας στο τελωνείο επαρκή εξασφάλιση για την τελική πληρωμή των δασμών με τους οποίους ενδέχεται να επιβαρυνθούν τα εμπορεύματα.
3. Συνεπώς κατά τον τελωνισμό των εισαγομένων στη χώρα μας εμπορευμάτων στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να καθοριστεί οριστικά η δασμολογητέα αξία αυτών και ο εισαγωγέας επιθυμεί να παραλάβει τα εμπορεύματα, θα εισπράττονται οριστικά οι αναλογούντες επί της δηλουμένης αξίας δασμοί και φόροι και επί παρακαταθήκη ένα ποσό για δασμό και φόρον ανάλογο με την πιθανή προσαύξηση της αξίας.
Επί του άρθρου 12
1 . Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ο εισαγωγέας έχει δικαίωμα, με σχετική αίτησή του, υποβαλλομένη εντός μηνός από της ημερομηνίας καθορισμού της αξίας, να ζητά έγγραφες εξηγήσεις από την αρμοδία Τελωνειακή Υπηρεσία, ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτή καθόρισε τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων .
2. ΤΟ καθιερούμενο κατά τα ανωτέρω δικαίωμα του εισαγωγέως δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση της αρμοδίας Τελωνειακής Υπηρεσίας να δίδει εντός ευλόγου χρόνου έγγραφες απαντήσεις επί των υποβαλλομένων σ' αυτή σχετικών αιτήσεων.
3. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι οι παρεχόμενες σε τέτοιες περιπτώσεις εξηγήσεις δεν πρέπει να περιλαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του παρόντος κανονισμού καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.
4. Είναι ευνόητο ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν καθορίζεται βάσει της συναλλαγματικής αξίας αυτών, αλλά βάσει ενός των άρθρων 4, 5, 6 και 7 του παρόντος κανονισμού.
Επί του άρθρου 13
1. Με το άρθρο αυτό και μέχρις εκδόσεως Κοινοτικών διατάξεων, η διαδικασία επιλύσεως των αμφισβητήσεων επί της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων αφίεται στις σχετικές εθνικές διατάξεις των κρατών-μελών της Κοινότητος.
2. Συνεπώς για την επίλυση αμφισβητήσεων μεταξύ του Τελωνείου και του εισαγωγέως ως προς το ύψος της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων στη χώρα μας εμπορευμάτων, θα ακολουθείται και μετά την 1-1-81 η ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και σήμερα.
3. .Έτσι αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ο εισαγωγέας δεν συμφωνεί με τις απόψεις του Τελωνείου ως προς το ύψος της δασμολογητέας αξίας, μπορεί κατόπιν εγέρσεως αμφισβητήσεως πριν από την οριστική χρέωση των δασμών και φόρων, να προσφύγει στις Επιτροπές Αμφισβητήσεων (ΠΕΤ Α και ΑΕΤ Α) ή μετά την οριστική χρέωση των δασμών και φόρων να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια.
4. Αν ο εισαγωγέας επιθυμεί να παραλάβει τα εμπορεύματα πριν από την επίλυση της κατά τα ανωτέρω διαφοράς, στην μεν πρώτη περίπτωση εισπράττονται οριστικά επί της μη αμφισβητουμένης αξίας δασμοί και φόροι και επί παρακαταθήκη ένα ποσό που θα καλύπτει τους δασμούς και φόρους επί της επί πλέον διαφοράς αξίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εισπράττεται οριστικά το σύνολο των αναλογούντων δασμών και φόρων επί της δασμολογητέας αξίας που καθόρισε το Τελωνείο.
5. Με την ευκαιρία αυτή και με αφορμή το γεγονός ότι ορισμένα Τελωνεία, όπως παρατηρήθηκε από υποθέσεις που διαβιβάστηκαν στις ανωτέρω Επιτροπές, εδέχθησαν την έγερση αμφισβητήσεων σε περιπτώσεις που η καθορισθείσα από αυτά αξία συνέπιπτε απόλυτα με την δηλωθείσα από τον εισαγωγέα δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, υπενθυμίζεται σχετικά ότι η έγερση αμφισβητήσεως δασμολογητέας αξίας προϋποθέτει διαφωνία μεταξύ Τελωνείου και εισαγωγέως δηλαδή διαφορά μεταξύ της δηλουμένης απ' αυτόν στην οικεία διασάφηση εισαγωγής δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων και της αξίας που καθορίζει το Τελωνείο.
6. Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι τόσο η αίτηση του εισαγωγέως όσο και η απάντηση του Τελωνείου, που αναφέρονται στο άρθρο 12, δεν συνιστούν από μόνες τους πράξεις κινήσεως της διαδικασίας επιλύσεως διαφορών μεταξύ Τελωνείου και εισαγωγέως.
Επί του άρθρου 14
1 . Με τις διατάξεις αυτού προσδιορίζεται ειδικότερα το σημείο εισόδου των εμπορευμάτων στο Τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα κατά περίπτωση μέσα μεταφοράς.
2. Ο ακριβής προσδιορισμός του σημείου εισόδου στο Τελωνειακό έδαφος είναι αναγκαίος για να γίνεται σωστά ο διαχωρισμός και η κατανομή των εξόδων μεταφοράς μέχρι το σημείο αυτό, που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.Ι.ε, αποτελούν διαμορφωτικό παράγοντα της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, και εξόδων μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος τα οποία υπό ορισμένες προϋποθέσεις αναφερόμενες στο άρθρο 15 δεν προστίθενται στη δασμολογητέα αξία.
3. Για τα εισαγόμενα στη χώρα μας εμπορεύματα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου θα γίνεται, ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε συνδυασμό και με το άρθρο 42 της Πράξεως Προσχωρήσεως, σύμφωνα με το οποίο, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατά την περίοδο αυτή η Ελλάδα και η Κοινότητα, με την παλαιά σύνθεση, διατηρούν το τελωνειακό έδαφός τους. .Έτσι κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ο προσδιορισμός του σημείου εισόδου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, θα γίνεται σε σχέση με το τελωνειακό έδαφος της χώρας μας, ενώ οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ιδίου άρθρου δεν θα έχουν εφαρμογή.
4. Ειδικότερα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος αποτελεί:
α. Για τα εμπορεύματα τα μεταφερόμενα δια της θαλασσίας οδού ο λιμήν εκφορτώσεως ή ο λιμήν μεταφορτώσεως, με τον όρο ότι η μεταφόρτωση πιστοποιείται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές του λιμένος αυτού.
β. για εμπορεύματα μεταφερόμενα δια θαλάσσης και στη συνέχεια δι' εσωτερικής υδατίνης οδού χωρίς μεταφόρτωση, ο πρώτος λιμήν που μπορεί να λάβει χώρα η εκφόρτωση, εφόσον προσκομίζονται αποδείξεις στο Τελωνείο ότι ο ναύλος μέχρι τον λιμένα εκφορτώσεως είναι υψηλότερος από το ναύλο μέχρι τον πρώτο λιμένα.
γ. για εμπορεύματα μεταφερόμενα σιδηροδρομικώς, δι' εσωτερικής πλωτής οδού, ή οδικώς, ο τόπος του πρώτου τελωνείου.
δ. για τα εμπορεύματα τα μεταφερόμενα με άλλο τρόπο, ο τόπος διελεύσεως των από ' ξηράς συνόρων του τελωνειακού εδάφους της κοινότητος.
Επί του άρθρου 15
1. Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ορίζεται ότι η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, εφόσον τα έξοδα αυτά διαχωρίζονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή.
2. Κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και για τους λόγους που αναφέρονται στην ανάλυση του άρθρου 14 οι διατάξεις του παρόντος άρθρου που αναφέρονται στα έξοδα μεταφοράς εντός του Τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος, θα εφαρμόζονται λαμβανομένου υπόψη του τελωνειακού εδάφους της χώρας μας.
3. Περαιτέρω με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου παρέχονται ορισμένες διευκρινίσεις επί των κατωτέρω ειδικών περιπτώσεων.
α. Οσάκις τα εμπορεύματα μεταφέρονται με το ίδιο μεταφορικό μέσο σ' ένα σημείο πέραν του σημείου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος, τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται αναλόγως προς τη διανυόμενη απόσταση εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους, πλην αν προσκομιστούν στο Τελωνείο αποδείξεις περί των εξόδων που θα προέκυπταν, βάσει ενός γενικού υποχρεωτικού τιμολογίου μέχρι το σημείο εισόδου, οπότε λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα αυτά.
Κατ' εξαίρεση η προβλεπόμενη κατά τα ανωτέρω κατανομή των εξόδων μεταφοράς δεν εφαρμόζεται επί εμπορευμάτων εισαγομένων δια της ταχυδρομικής οδού, για τα οποία επιτρέπεται η θέσπιση ειδικών διατάξεων. Κατ' εφαρμογήν της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως προωθείται σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής, βάσει του οποίου και για τους λόγους που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό, επί των αποστελλομένων ταχυδρομικώς εμπορευμάτων υπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία όλα τα έξοδα μεταφοράς μέχρι του σημείου προορισμού αυτών, πλην των ταχυδρομικών τελών.
β. .Όταν τα εμπορεύματα τιμολογούνται σε ενιαία τιμή ελεύθερα στον τόπο προορισμού η οποία ανταποκρίνεται στην τιμή στον τόπο εισόδου, τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή δεν εκπίπτονται από την τιμή. Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τον όρο που τίθεται στην παράγραφο 1 , σύμφωνα με τον οποίο για να μην υπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή πρέπει να διαχωρίζονται από τη πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή. Εν τούτοις η έκπτωση αυτή επιτρέπεται σε περίπτωση που προσκομίζονται αποδείξεις στο τελωνείο ότι η τιμή «ελεύθερα-συνόρων θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερα στον τόπο προορισμού.
γ. .Όταν η μεταφορά των εμπορευμάτων γίνεται χωρίς επιβάρυνση ή
με μεταφορικά μέσα του αγοραστού τα έξοδα μεταφοράς που λαμβάνονται υπόψη μέχρι το σημείο εισόδου, υπολογίζονται βάσει του συνήθως εφαρμοζομένου για τους ίδιους τρόπους μεταφοράς ναύλου.
Επί του άρθρου 16
1 . Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζουν ότι τα στοιχεία και έγγραφα που υποβάλλονται στις Τελωνειακές Αρχές για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθορίζονται οσάκις απαιτείται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19.
2. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής και προς εξασφάλιση ίσης μεταχειρίσεως των εισαγωγέων ως προς τα δηλούμενα στοιχεία και τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά, εκδόθηκε ο κανονισμός της Επιτροπής (ΕΟΚ) 1496/11.6.80 με τον οποίο καθιερώθηκε το έντυπο D.V.l «περί δηλώσεως των στοιχείων των σχετικών με τη δασμολογητέα αξία και καθορίστηκε ότι το έντυπο αυτό δεόντως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο επισυνάπτεται στη διασάφηση εισαγωγής μαζί με το οικείο τιμολόγιο αγοράς των εμπορευμάτων.
Επί των άρθρων 17 έως 22
Με τις διατάξεις των άρθρων αυτών ρυθμίζονται διάφορα διαδικαστικά θέματα και καθορίζεται η διαδικασία εκδόσεως των διατάξεων που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Επίσης στα άρθρα αυτά περιλαμβάνονται και διάφορες μεταβατικές ρυθμίσεις που δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον από πλευράς πρακτικής εφαρμογής.
Γ. ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗ ΔΑΣΜΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ (Καν. ΕΟΚ 1496/80 της Επιτροπής)
1 . Με τον ανω:tέρω κανονισμό καθιερώνεται η υποχρέωση των εισαγωγέων να προσαρτούν στη διασάφηση θέσεως των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία μία δήλωση των στοιχείων των σχετικών με τη δασμολογητέα αξία αυτών, όπως αυτή καθορίζεται στο Παράρτημα του Κανονισμού (έντυπο D.V.I.)
2. Η ως άνω δήλωση είναι αναγκαίο να υπογράφεται από ένα φυσικό πρόσωπο που να έχει την κατοικίαν του εις τον τόπο της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος.
3. Κατόπιν αυτών, από 1-1-81 η Υπουργική απόφαση αριθ. Δ.1053/78 και το προβλεπόμενο απ' αυτή πληροφοριακό δελτίο στοιχείων της αξίας που καθιερώθηκε για να εξυπηρετήσει ανάγκες του προϊσχύσαντος συστήματος εκτιμήσεως, καταργούνται, αντί δε του δελτίου αυτού θα προσαρτάται στην κατατιθέμενη διασάφηση εισαγωγής η καθιερωθείσα με τον παρόντα κανονισμό δήλωση.
4. ΤΟ έντυπο της δηλώσεως (Ο V. 1 .) περιλαμβάνει υπό τύπον ερωτηματολογίου όλα τα βcσιKά στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, η γνώση των οποίων είναι αναγκαία στην Τελωνειακή Υπηρεσία, προκειμένου να προέλθει στον σωστό προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
5. Είναι συνεπώς αυτονόητο πόσο μεγάλη σημασία έχει η εκ μέρους των εισαγωγέων ακριβής συμπλήρωση του ανωτέρω εντύπου. (D.V.l). Για το λόγο αυτό κατά το στάδιο καταθέσεως και αποδοχής των διασαφήσεων εισαγωγής θα πρέπει να εξετάζεται από το αρμόδιο Γραφείο η πληρότητα της δηλώσεως, ενώ η ακρίβεια των περιεχομένων σ' αυτή στοιχείων και πληροφοριών θα ελέγχεται από τους αρμοδίους για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας τελωνειακούς υπαλλήλους.
Ο υπογράφων τη δήλωση ευθύνεται για την ακρίβεια των δηλουμένων στοιχείων κατά τις οικείες διατάξεις της Τελωνειακής και Ποινικής νομοθεσίας.
6. Διευκρινίζεται σχετικά ότι για τον υπολογισμό των προσθέτων τελών που προβλέπονται από τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικος σε περίπτωση ανακριβούς δηλώσεως της αξίας των προς τελωνισμό εμπορευμάτων, θα λαμβάνεται υπόψη η επί του σώματος της διασαφήσεως αναγραφόμενη δασμολογητέα αξία, την οποία από τις διατάξεις του ιδίου Κώδικος υποχρεούται να δηλώσει ο παραλήπτης.
7. ΤΟ έντυπον της δηλώσεως D.V.l έχει αποδοθεί και στην Ελληνική, ανάλογος δε αριθμός αντιτύπων θα είναι προ της" 1-1-81 στη διάθεση των Τελωνείων, προς εφοδιασμό των ενδιαφερομένων.
8. Περαιτέρω στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 και στα άρθρα 2 και 3 του παρόντος κανονισμού αναφέρονται ορισμένες περιπτώσεις εισαγωγής εμπορευμάτων κατά τις οποίες τα κράτη-μέλη έχουν την ευχέρεια να μην αξιώνουν την υποβολή της δηλώσεως (D.V.l)
9. Η παράγραφος 1.α του άρθρου 2 στην οποία ορίζεται ότι δεν είναι αναγκαία η υποβολή της δηλώσεως για εμπορεύματα αξίας, μέχρις ορισμένου ποσού εκφραζόμενου στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους, συμπληρώνεται με προωθούμενο σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής που θα ισχύσει από 1-1-81 για να εκφραστεί το όριο της αξίας και στο εθνικό μας νόμισμα. ΤΟ όριο αυτό ορίζεται σε 100.000 δραχμές.
10. Προς το σκοπό της ομοιομόρφου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού από όλα τα Τελωνεία της χώρας μας και της ίσης μεταχειρίσεως των εισαγωγέων σχετικά με την υποβολή της δηλώσεως D.V.l δεν θα απαιτείται η προσκόμιση της δηλώσεως αυτής, σε όλες τις περιπτώσεις που παρέχεται ευχέρεια από τον κανονισμό για τη μη υποβολή της εν λόγω δηλώσεως. Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι εξής:
α. Οσάκις η δασμολογητέα αξία των προς τελωνισμό εμπορευμάτων δεν δύναται να καθοριστεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224Ι80.
Διευκρινίζεται σχετικά ότι στις περιπτώσεις αυτές η κατά τα ανωτέρω αδυναμία n:ρέπει να είναι δεδομένη κατά το στάδιο καταθέσεως της διασαφήσεως εισαγωγής. Τέτοιες π.χ. είναι οι περιπτώσεις που δεν μεσολαβεί πώληση των εμπορευμάτων ή όταν για τις συναλλαγές αγοραστού και πωλητού έχει κριθεί από το Τελωνείο ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 3.
Στις περιπτώσεις αυτές ο εισαγωγέας υποχρεούται να παράσχει στο Τελωνείο άλλες πληροφορίες αναγκαίες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
β. .Όταν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τις 100.000 δραχμές, με τον όρο ότι δεν πρόκειται για τμηματικές ή πολλαπλές αποστολές από τον ίδιο εισαγωγέα προς τον ίδιο παραλήπτη.
γ. .Όταν πρόκειται για αποστολές στερούμενες κάθε εμπορικού χαρακτήρα.
δ. .Όταν το είδος του τελωνειακού καθεστώτος που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα δεν καθιστά αναγκαία την προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων π.χ. αποταμίευση, προσωρινή εισαγωγή προς τελειοποίηση, απαλλαγή των εμπορευμάτων από δασμούς και φόρους κ.λπ.
ε. .Όταν πρόκειται για εμπορεύματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο συνεχούς ρεύματος εισαγωγών, πραγματοποιούμενων με τους αυτούς εμπορικούς όρους, από τον ίδιο προμηθευτή προς τον ίδιο αγοραστή.
Στην περίπτωση αυτή η δήλωση θα υποβάλλεται οσάκις μεταβάλλονται οι περιστάσεις και τουλάχιστο μια φορά κάθε τρία χρόνια.
στ. Στις περιπτώσεις τελωνισμού ορισμένων ευπαθών προϊόντων η δασμολογητέα αξία των οποίων, βάσει κανονισμών που πρόκειται να εκδοθούν, θα καθορίζεται με απλοποιημένη διαδικασία.
11. Εκτός από την κατά τα ανωτέρω δήλωση (D.V.l), βάσει των διατάξεων του άρθρου 4 του παρόντος κανονισμού ο εισαγωγέας υποχρεούται να εφοδιάσει την Τελωνειακή Υπηρεσία και με το σχετικό τιμολόγιο αγοράς των εμπορευμάτων κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο αυτό.
Δ. ΑΡΜΟΔΙΑ ΟΡΓΑΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΑΣΜΟΛΟΓΗΤΕΑΣ ΑΞΙΑΣ
1. Οι διατάξεις της εσωτερικής μας νομοθεσίας που ορίζουν τα αρμόδια .Όργανα και τη σχετική διαδικασία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας επί των εισαγομένων εμπορευμάτων, δεν θίγονται από τις προαναφερθείσες Κοινοτικές Πράξεις που θα εφαρμόζονται από 1-1-81 στο τομέα της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
2. Συνεπώς και μετά την 1-1-81 η αρμοδιότητα για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων στη χώρα μας εμπορευμάτων θα εξακολουθεί να ανήκει στα Τελωνεία, ειδικότερα δε στους παράγοντες του τελωνισμού (Επόπτη και Ελεγκτή) και σε περίπτωση εγέρσεως αμφισβητήσεων στις Επιτροπές Αμφισβητήσεων. (ΠΕΤΑ και ΑΕΤΑ)
3. Παράλληλα η Δ/νση Προσδιορισμού Αξίας Εμπορευμάτων (ΔΙ.Π.Α.Ε.), ως και τα Γραφεία Αξιών τα οποία συστήθηκαν στα κυριότερα Τελωνεία με τη Δ.Υ.ΟΔ. 826ΙΙ9-1-1962, θα αποτελούν τις εξειδικευμένες Υπηρεσίες που θα προέρχονται στον έλεγχο της δηλουμένης αξίας επί των εισαγομένων εμπορευμάτων και θα παρέχουν τη συνδρομή τους στα κατά τα ανωτέρω αρμόδια για τον τελικό προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας όργανα.
Διευκρινίζεται σχετικά ότι η διαταγή μας αριθμ. Α. 2092Ι363Ι14,6.78, με την οποία, για λόγους απλοποιήσεως της διαδικασίας του τελωνισμού, καθορίστηκαν ορισμένες περιπτώσεις εμπορευμάτων κατά τις οποίες ο έλεγχος της κανονικότητος της τιμής θα γίνεται οίκοθεν από τα Τελωνεία, χωρίς τη μεσολάβηση της ΔΙ.Π.Α.Ε., θα εφαρμόζεται αναλόγως και με το νέο καθεστώς εκτιμήσεως της αξίας.
4. Περαιτέρω η ΔΙ.Π.Α.Ε., ως και τα Γραφεία Αξιών των Τελωνείων επιβάλλεται και με το νέο καθεστώς εκτιμήσεως της αξίας, να παρακολουθούν την εξέλιξη των τιμών επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Προς τούτο οι υπηρεσίες αυτές θα εξακολουθήσουν να τηρούν αρχείο τιμών επί των εισαγομένων εμπορευμάτων, βάσει των προσκομιζομένων από τους ενδιαφερομένους στοιχείων (τιμοκαταλόγων, τιμολογίων, κ.λπ.), προσαρμοσμένο στις ανάγκες του νέου συστήματος εκτιμήσεως της αξίας.
Ε. ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Δ ΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
1. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του βασικού Κανονισμού της ΕΟΚ 1224Ι80, το Τελωνείο, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενοι στο άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού όροι, πρέπει να διαμορφώνει τη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων βάσει της συναλλακτικής τους αξίας, που όπως είναι γνωστό περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο πωλήσεως των εμπορευμάτων και τα λοιπά δικαιολογητικά της εισαγωγής έγγραφα.
2. Η υπό το κράτος όμως των νέων διατάξεων εκτιμήσεως της αξίας
καθιερουμένη ως άνω υποχρέωση, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως δημιουργούσα δέσμευση στο Τελωνείο για την αποδοχή σε κάθε περίπτωση της αξίας που διαλαμβάνε't'αι στα εν λόγω έγγραφα. Η αποδοχή της αναγραφομένης στα τιμολόγια και λοιπά έγγραφα εισαγωγής αξία ως δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, τελεί πάντοτε υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι είναι αληθινή, δηλαδή αποτελεί την αξία που πραγματικά πληρώθηκε ή θα πληρωθεί για τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα,
3. Εξ' άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 της σχετικής Συμφωνίας της αναφερομένης στην εφαρμογή του άρθρου ΥΙΙ της GA π επί της οποίας στηρίζονται οι νέες διατάξεις εκτιμήσεως της αξίας, «καμία διάταξη της συμφωνίας δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή αμφισβητούσα τα δικαιώματα μιας Τελωνειακής Διοικήσεως να ελέγχει την αλήθεια ή την ακρίβεια κάθε βεβαιώσεως, εγγράφου ή δηλώσεως που δίδονται για την εκτίμηση της αξίας στα Τελωνείω> .
4. Κατόπιν των ανωτέρω αν σε συγκεκριμένη περίπτωση τα αρμόδια για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων όργανα, ως εκ των στοιχείων και πληροφοριών ή άλλων περιστατικών, έχουν σοβαρές υπόνοιες ότι η αναγραφόμενη στο οικείο τιμολόγιο εισαγωγής αξία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έχουν την υποχρέωση να προέλθουν σε σχετική έρευνα για την εξακρίβωση της τιμής που πραγματικά πληρώθηκε για τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα.
Είναι ευνόητο, ότι στις περιπτώσεις αυτές η τιμολογιακή τιμή δεν θα γίνεται δεκτή μόνο όταν από το αποτέλεσμα της σχετικής έρευνας προκύψουν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που θα θεμελιώνουν την απόρριψη της τιμολογιακής τιμής.

European Union level
The rules set out in the WTO Customs Valuation Agreement have been transposed into the directly applicable European Community customs legislation in form of the
Implementing Provisions to the Customs Code, Articles 141 to 181a and annexes 23 to 29.
Customs valuation matters at EC level are addressed by a Committee (Customs Code Committee - Valuation Section) which regularly meets in Brussels . Its tasks include examination of valuation issues, as brought up either by the Commission, either at its own initiative or at the request of a Member State 's representative. The Committee deals in particular with divergent interpretations of the customs valuation rules by Member States' administrations, amendments of the customs valuation rules, guidelines to the customs valuation rules, the preparation of a common EC position in the WTO and the WCO technical committee on customs valuation (see point 5: "customs valuation").
Further information on customs valuation, including the interpretation of certain rules brought to the attention of the Customs Code Committee (valuation section) is published by the EC:
EC Customs Valuation Compendium containing especially Committee conclusions on specific valuation topics, commentaries on specific valuation topics, an overview of rulings of the European Court of Justice (ECJ) in the customs valuation area (for complete ruling texts, please consult the ECJ website), as well as references to instruments adopted by the WCO technical committee on customs valuation.
The Compendium has been prepared primarily for Member States administrations but should be available to all interested parties. It is available below in all official languages of the Community.
The aim of the compendium is the guidance of the Member States administrations and the economic operators who seek for guidance on the interpretation of the provisions of Community Customs Code (Reg. (EC) Nr. 2913/92) and its Implementing Provisions (Reg. (EC) Nr. 2454/93) which establish the EC rules on customs valuation. By giving concrete examples particular problems are illustrated and the solutions are given at the same time in accordance with the respective articles of the Customs Code and its Implementing Provisions.
It should be stressed in particular that the authentic texts of EC regulations and directives are those published in the Official Journal of the European Communities. As regards judgements of the Court of Justice of the European Communities the authentic texts are those given in the reports of cases before the Court of Justice.
Customs value is important not only for the calculation of customs duties, but in a number of other sectors.
In the European Union, the customs value is required:
for VAT purposes
See Article 11.B.1 of the 6th VAT Directive 77/388/EEC
"The taxable amount in respect of the importation of goods is the customs value." for import statistics
See Article 9 of the Regulation (EC) N° 1917/00 regarding statistics on external trade:
"In cases where the statistical value is established, the customs value [...] shall be used to determine the value of the goods."
for some tariff quotas
Where a quota applies a valuation limit for the importation of certain goods, as defined in the customs tariff of the European Communities (e.g. article X with a total quota volume of XX €).
for some rules of origin
Where the rule applies valuation criteria (e.g. "manufacture of article X in which the value of non-originating materials does not exceed 40% of the ex-works price")
New simplified procedures for certain fresh fruit and vegetables:
On 8 February 2006, the Commission has adopted regulation (EC) n° 215/2006pdf (OJ L 38 of 9.2.2006), amending regulation (EEC) n° 2454/93. This regulation introduces a new simplified system for the valuation of certain fresh fruit and vegetables imported on consignment. The new system is now based on Article 30 (2) c) of regulation(EEC) n° 2913/92 and Article 152 of regulation (EEC) n° 2454/93. Articles 173 to 177 of regulation (EEC) n° 2454/93 are deleted.
This system includes a number of new features which facilitate the work of trade and customs, including the publication of unit prices by means of TARIC.
The practical functioning of the system is explained in the guidelinespdf(54 Kb) Choose translations of the previous link also available on this website.
Last update: 21/02/2013 10:25:34 | 

E-mail = ggioggaras@Gmail.com

Βρείτε επαγγελματικές λύσεις στο Blog  Σχολή Εκτελωνιστών του Γιώργου Γιωγγαρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου